EN

Μακροπροληπτική πολιτική

​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί τις εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και εντοπίζει πιθανούς συστημικούς κινδύνους.

​​​Στη συνέχεια σχεδιάζει και εφαρμόζει μέτρα για τη μεί​ωση της συσσώρευσης των συστημικών κινδύνων και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το σύνολο αυτών των μέτρων αποτελεί τη μακροπροληπτική πολιτική.

​​​Τα μακροπροληπτικά μέτρα αφορούν το σύνολο ή σημαντικά τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σε αντίθεση με τη μικροπροληπτική εποπτεία, που στοχεύει σε επιμέρους χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η άσκηση της μακροπροληπτικής πολιτικής, δηλαδή η μακροπροληπτική αρμοδιότητα, έχει ως στόχο τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.​

Ενδιάμεσοι σ​​τόχοι

Για να διασφαλί​σει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η Τράπεζα της Ελλάδος επιδιώκει τους παρακάτω ενδιάμεσους στόχους:

  1. Την αποφυγή υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης και μόχλευσης.
  2. Την πρόληψη και τον περιορισμό της υπερβολικής ασυμφωνίας ληκτότητας απαιτήσεων-υποχρεώσεων και της έλλειψης ρευστότητας της αγοράς.
  3. Τον περιορισμό της άμεσης και έμμεσης συγκέντρωσης χρηματοδοτικών ανοιγμάτων.
  4. Τον περιορισμό των συστημικών επιπτώσεων λόγω εσφαλμένων κινήτρων, με σκοπό τη μείωση του ηθικού κινδύνου.
  5. Την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στρατηγική μ​​ακροπροληπτικής πολιτικής

​​Η Τράπεζα της Ελλάδος διαμόρφωσε στρατηγική για την άσκηση της μακροπροληπτικής πολιτικής, η οποία συνδέει τους ενδιάμεσους στόχους με τα διαθέσιμα μακροπροληπτικά μέτρα, σύμφωνα με τα παρακάτω στάδια:

  1. Παρακολούθηση των κινδύνων του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σε αυτό το στάδιο εντοπίζονται οι ευπάθειες του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αναγνωρίζονται οι συναφείς συστημικοί κίνδυνοι.
  2. Επιλογή των κατάλληλων μακροπροληπτικών μέτρων. Η επιλογή γίνεται με σκοπό την πρόληψη και τον περιορισμό των συναφών συστημικών κινδύνων. 
  3. Εφαρμογή των μακροπροληπτικών μέτρων. Σε αυτό το στάδιο λαμβάνονται αποφάσεις αναφορικά με τη χρήση (ενεργοποίηση, βαθμονόμηση, απενεργοποίηση) των κατάλληλων μακροπροληπτικών μέτρων για να επιτευχθούν οι ενδιάμεσοι στόχοι μακροπροληπτικής πολιτικής.
  4. Αξιολόγηση της εφαρμογής των μακροπροληπτικών μέτρων. Σε αυτό το στάδιο εξετάζονται τα αποτελέσματα της χρήσης των μακροπροληπτικών μέτρων και εξάγονται σχετικά συμπεράσματα.

Μακροπροληπτικά μέ​​τρα

​​Το θεσμικό πλαίσιο για την επίτευξη των στόχων της μακροπροληπτικής πολιτικής προβλέπει μια δέσμη μακροπροληπτικών μέτρων.

​Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εφαρμόσει μέχρι σήμερα τα παρακάτω δύο μέτρα:

​​1. Αντικυκλικό Κεφαλαιακό Απόθ​​εμα Ασφαλείας​ (CCyB)

​​Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει την αρμοδιότητα να καθορίζει το ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα, σε τριμηνιαία βάση. Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τον καθορισμό του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας λαμβάνονται μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

​Το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας αποβλέπει στην αντιμετώπιση της υπερκυκλικότητας (procyclicality) της πιστωτικής επέκτασης και μόχλευσης, δηλαδή στη διαμόρφωση κατάλληλου επιπέδου πιστωτικής επέκτασης και μόχλευσης, τόσο στην ανοδική όσο και στην καθοδική φάση του οικονομικού κύκλου. Το ποσοστό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας καθορίζεται σε ύψος από 0% έως 2,5% (και άνω του 2,5% σε εξαιρετικές περιπτώσεις). Εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο των ιδρυμάτων (πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων) που είναι εκτεθειμένα σε πιστωτικό κίνδυνο στην Ελλάδα. 

​​Στην ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου, ο καθορισμός του ποσοστού του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας άνω του 0% δημιουργεί ένα απόθεμα κεφαλαίων πάνω από τα ελάχιστα απαιτούμενα στο πλαίσιο της μικροπροληπτικής εποπτείας. Έτσι επιτυγχάνεται η πρόληψη και ο περιορισμός της υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης και μόχλευσης. Αντίθετα, στην καθοδική φάση του οικονομικού κύκλου, η μείωση του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας μπορεί να ενθαρρύνει την παροχή πιστώσεων στην πραγματική οικονομία, αμβλύνοντας τις επιπτώσεις της ύφεσης.

​​Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποίησε τη μεθοδολογία για τον καθορισμό του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας σε τριμηνιαία βάση, η οποία στηρίζεται στη Σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου ΕΣΣΚ/2014/1.

​​​Σύμφωνα με αυτή τη μεθοδολογία, το εκάστοτε ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το δείκτη “τυποποιημένη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ”. Ο δείκτης αυτός εκφράζει την απόκλιση του λόγου των πιστώσεων προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) από τη μακροπρόθεσμη τάση του.

​Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος εξετάζει και ορισμένους πρόσθετους δείκτες για την παρακολούθηση της δημιουργίας και συσσώρευσης του κυκλικού συστημικού κινδύνου. Συγκεκριμένα, εξετάζονται δείκτες που παρακολουθούν τις πιστωτικές εξελίξεις, τη δανειακή επιβάρυνση του ιδιωτικού τομέα, τη δυνητική υπερεκτίμηση των τιμών των ακινήτων, την ευρωστία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την τιμολόγηση του κινδύνου και τις εξωτερικές ανισορροπίες.

​​​Από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως σήμερα, το ποσοστό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα έχει καθοριστεί στο 0%, δηλαδή στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, και επομένως δεν επηρεάζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων.

​​2. Απόθεμα Ασφαλείας των Λ​​οιπών Συστημικά Σημαντικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (O-SII)

​​Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι επίσης αρμόδια για τον προσδιορισμό των λοιπών συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα. Ο προσδιορισμός των λοιπών συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων διενεργείται σε ετήσια βάση, προκειμένου να εξεταστεί αν είναι σκόπιμη η εφαρμογή σε αυτά αποθέματος ασφαλείας O-SII. Διευκρινίζεται ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν παγκοσμίως συστημικά σημαντικά ιδρύματα (G-SII).

​​​Η εφαρμογή του αποθέματος ασφαλείας O-SII αποσκοπεί στη μείωση του ηθικού κινδύνου (moral hazard) και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Ο ηθικός κίνδυνος συνίσταται στην προσδοκία του πιστωτικού ιδρύματος ότι, λόγω της συστημικής του σημασίας, δεν θα αφεθεί να καταρρεύσει. Η δημιουργία αποθέματος ασφαλείας O-SII περιορίζει την υπερβολική ανάληψη κινδύνων από το συστημικά σημαντικό πιστωτικό ίδρυμα μέσω των υψηλότερων κεφαλαιακών απαιτήσεων, με αποτέλεσμα τη μείωση του ηθικού κινδύνου. Επιπροσθέτως, μειώνει τις συστημικές επιπτώσεις των εσφαλμένων κινήτρων μέσω της ενίσχυσης των αποθεμάτων κεφαλαίων του συστημικά σημαντικού πιστωτικού ιδρύματος για την απορρόφηση ενδεχόμενων ζημιών και κατά συνέπεια περιορίζει τον κίνδυνο μετάδοσης της διαταραχής στον υπόλοιπο τραπεζικό τομέα.

​​Το απόθεμα ασφαλείας O-SII συνίσταται σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) και το ποσοστό του καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος σε ύψος έως 2% επί του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο και επανεξετάζεται τουλάχιστον ετησίως.

​​Η Τράπεζα της Ελλάδος υιοθέτησε τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) σχετικά με τον προσδιορισμό των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (EBA/GL/2014/10). Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές καθορίζουν τα εναρμονισμένα κριτήρια, τους δείκτες, τη μεθοδολογία βαθμολόγησης και το κατώφλι της βαθμολογίας (threshold), προκειμένου να επιτυγχάνεται σύγκλιση στις εθνικές διαδικασίες προσδιορισμού των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (Other Systemically Important Institutions - O-SII) και να διασφαλίζονται συγκρισιμότητα, σαφήνεια και διαφάνεια σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

​Από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως σήμερα, η Τράπεζα της Ελλάδος, εφαρμόζοντας την παραπάνω μεθοδολογία, έχει προσδιορίσει ως λοιπά συστημικά σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα τα εξής: Άλφα Τράπεζα Α.Ε., Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E. και Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.

Τ​​ο ποσοστό του αποθέματος ασφαλείας O-SII είχε καθοριστεί σε 0% για τα έτη 2016 έως 2018 και καθορίστηκε σε 0,25% για το 2019.

Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι επίσης αρμόδια για τον προσδιορισμό των λοιπών συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα. Ο προσδιορισμός των λοιπών συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων διενεργείται σε ετήσια βάση, προκειμένου να εξεταστεί αν είναι σκόπιμη η εφαρμογή σε αυτά αποθέματος ασφαλείας O-SII. Διευκρινίζεται ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν παγκοσμίως συστημικά σημαντικά ιδρύματα (G-SII)

3. Λοιπά μέτρα

​​​Επιπλέον, για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει στη διάθεσή της και τα παρακάτω μακροπροληπτικά μέτρα:

  • Απόθεμα Ασφαλείας των Παγκοσμίως Συστημικά Σημαντικών Ιδρυμάτων (G-SII)
  • Απόθεμα Ασφαλείας Συστημικού Κινδύνου 
  • Το επίπεδο του αποθέματος ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου
  • Τις πρόσθετες απαιτήσεις για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα 
  • Τους προσαυξημένους συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τα ανοίγματα στον τομέα των ακινήτων και για τα ανοίγματα εντός του χρηματοπιστωτικού τομέα
  • Τις ελάχιστες τιμές της σταθμισμένης ως προς το άνοιγμα μέσης “ζημίας σε περίπτωση αθέτησης (LGD)” για τα ανοίγματα με εξασφάλιση σε οικιστικό ή επαγγελματικό ακίνητο 
  • Τις απαιτήσεις ρευστότητας
  • Τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης​​

Συνολική Απαίτηση Αποθεμάτ​​​ων Ασφαλείας

​​Η συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας περιλαμβάνει το Απόθεμα Ασφαλείας Διατήρησης Κεφαλαίου προσαυξημένο κατά το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, το απόθεμα ασφαλείας των παγκοσμίως συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (G-SII), το απόθεμα ασφαλείας των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (O-SII) και το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου.

​​Η συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας αποτελείται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1).

Ο υπολογισμός του ποσοστού της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας εμφανίζεται στον Πίνακα: Συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας.​

Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι