EN

Απόθεμα Ασφαλείας O-SII

Το απόθεμα ασφαλείας O-SII αποτελεί εργαλείο μακροπροληπτικής πολιτικής που αποβλέπει στη μείωση του ηθικού κινδύνου (moral hazard) και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ο ηθικός κίνδυνος συνίσταται στην προσδοκία του πιστωτικού ιδρύματος ότι, λόγω της συστημικής του σημασίας, δεν θα αφεθεί να καταρρεύσει. Η δημιουργία αποθέματος ασφαλείας O-SII περιορίζει την υπερβολική ανάληψη κινδύνων από το συστημικά σημαντικό πιστωτικό ίδρυμα μέσω των υψηλότερων κεφαλαιακών απαιτήσεων, με αποτέλεσμα τη μείωση του ηθικού κινδύνου. Επιπροσθέτως, μειώνει τις συστημικές επιπτώσεις των εσφαλμένων κινήτρων μέσω της ενίσχυσης των αποθεμάτων κεφαλαίων του συστημικά σημαντικού πιστωτικού ιδρύματος για την απορρόφηση ενδεχόμενων ζημιών και κατά συνέπεια περιορίζει τον κίνδυνο μετάδοσης της διαταραχής στον υπόλοιπο τραπεζικό τομέα.

Το απόθεμα ασφαλείας O-SII συνίσταται σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) και το ποσοστό του καθορίζεται σε ύψος έως 3% επί του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο. Επισημαίνεται, πως το απόθεμα ασφαλείας O-SII δύναται να υπερβαίνει το 3% κατόπιν έγκρισης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το εν λόγω απόθεμα ασφαλείας τίθεται σε ενοποιημένη, υποενοποιημένη ή ατομική βάση, ανάλογα με την περίπτωση, και θα πρέπει να επανεξετάζεται τουλάχιστον ετησίως.

Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι αρμόδια για τον προσδιορισμό των λοιπών συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα. Ο προσδιορισμός των λοιπών συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων διενεργείται σε ετήσια βάση, προκειμένου να εξεταστεί αν είναι σκόπιμη η εφαρμογή σε αυτά αποθέματος ασφαλείας O-SII. Διευκρινίζεται ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν παγκοσμίως συστημικά σημαντικά ιδρύματα (G-SII).

Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος υιοθέτησε τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) σχετικά με τον προσδιορισμό των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (EBA/GL/2014/10). Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές καθορίζουν τα εναρμονισμένα κριτήρια, τους δείκτες, τη μεθοδολογία βαθμολόγησης και το κατώφλι της βαθμολογίας (threshold), προκειμένου να επιτυγχάνεται σύγκλιση στις εθνικές διαδικασίες προσδιορισμού των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων O-SIIs και να διασφαλίζονται οι αρχές της συγκρισιμότητας, σαφήνειας και διαφάνειας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τη μεθοδολογία αυτή,  υπολογίζεται η βαθμολογία του κάθε πιστωτικού ιδρύματος που υποδηλώνει τη συστημική του σημασία βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, που αφορούν το μέγεθος, τη σημασία της λειτουργίας του για την οικονομία, την πολυπλοκότητα και το βαθμό διασύνδεσής του με το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στα τέσσερα αυτά κριτήρια αντιστοιχούν υποχρεωτικοί δείκτες, οι οποίοι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατ’ ελάχιστον κατά τον υπολογισμό της βαθμολογίας του κάθε πιστωτικού ιδρύματος που εκφράζεται σε μονάδες βάσης (μ.β.). Όσα πιστωτικά ιδρύματα υπερβαίνουν τις 350 μ.β. (κατώφλι βαθμολογίας) θεωρούνται O-SII λόγω της συστημικής τους σημασίας. Στον παρακάτω πίνακα εμφανίζονται οι υποχρεωτικοί δείκτες για τη βαθμολόγηση της συστημικής σημασίας των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι αντίστοιχοι συντελεστές στάθμισης.

Πίνακας: Υποχρεωτικοί δείκτες για τη βαθμολόγηση


Κριτήριο

Δείκτες

Συντελεστής στάθμισης


Μέγεθος

Σύνολο στοιχείων ενεργητικού

25%


Σημασία

Αξία εγχώριων πράξεων πληρωμής

8.33%


Καταθέσεις ιδιωτικού τομέα από καταθέτες εντός ΕΕ

8.33%


Δάνεια ιδιωτικού τομέα σε δανειολήπτες εντός ΕΕ

8.33%


Πολυπλοκότητα/ διασυνοριακή δραστηριότητα

Αξία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων (ονομαστική)

8.33%


Διακρατικές υποχρεώσεις

8.33%


Διακρατικές απαιτήσεις

8.33%


Διασύνδεση

Υποχρεώσεις εντός του χρηματοπιστωτικού συστήματος

8.33%


Στοιχεία ενεργητικού εντός του χρηματοπιστωτικού συστήματος

8.33%


Χρεωστικοί τίτλοι

8.33%



Πηγή: Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κριτήρια βάσει των
οποίων καθορίζονται οι όροι εφαρμογής του άρθρου 131 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (CRD) σχετικά με τον προσδιορισμό των λοιπών συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων (O-SII), ΕΑΤ, 16 Δεκεμβρίου 2014.



Επισημαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εφαρμόζει από την πλευρά της μεθοδολογία για τη βαθμονόμηση του αποθέματος ασφαλείας O-SII και τον προσδιορισμό του ελάχιστου απαιτητού ορίου (floor methodology) για τις χώρες που μετέχουν στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (ΕΕΜ). Κατά αυτόν τον τρόπο, η ΕΚΤ επιτυγχάνει να αξιολογεί τα αποθέματα ασφαλείας O-SII που θέτουν οι εθνικές εποπτικές αρχές και να προχωρά στη συγκριτική αξιολόγησή τους.

Από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως σήμερα, η Τράπεζα της Ελλάδος, εφαρμόζοντας το παραπάνω μεθοδολογικό πλαίσιο, έχει προσδιορίσει ως λοιπά συστημικά σημαντικά ιδρύματα σε ενοποιημένη βάση τα εξής: Alpha Υπηρεσιών και Συμμετοχών Α.Ε., Eurobank Ergasias Υπηρεσιών και Συμμετοχών Α.Ε. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και Πειραιώς Financial Holdings Α.Ε. Το ποσοστό του αποθέματος ασφαλείας O-SII είχε καθοριστεί σε 0% για τα έτη 2016 έως 2018, σε 0,25% για το 2019, σε 0,50% για τα έτη 2020 και 2021 και καθορίστηκε σε 0,75% για το 2022. Το ποσοστό του αποθέματος ασφαλείας O-SII ισχύει και σε ατομική βάση για τα πιστωτικά ιδρύματα Άλφα Τράπεζα Α.Ε., Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E. και Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. 


Αρχεία


Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι