EN

Κτίρια υποκαταστημάτων στην περιφέρεια

Τα υποκαταστήματα της Τράπεζας στην περιφέρεια από τη δημιουργία τους μέχρι και σήμερα παίζουν σημαντικό ρόλο στην τοπική οικονομία και κοινωνία. Επιπλέον, τα κτίριά τους έχουν αναδειχθεί σε τοπόσημα κάθε πόλης που τα φιλοξενεί, αποτελώντας μέρος της ταυτότητας και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της και χρησιμεύοντας ως ζωντανή και ανεκτίμητη μαρτυρία της ιστορικής μνήμης και των ποικίλων πολιτιστικών αλλαγών κάθε τόπου. 

Το 1929, μετά την ίδρυση της Τράπεζας, ξέσπασε η οικονομική κρίση στις ΗΠΑ, με αναπόφευκτες συνέπειες για την Ελλάδα. Η Τράπεζα προσπάθησε να ενισχύσει το ηθικό των πολιτών, ώστε να μην πληγεί η σταθεροποίηση που είχε ήδη επιτευχθεί. Για το λόγο αυτό, μεταξύ άλλων, αποφάσισε να ιδρύσει υποκαταστήματα και πρακτορεία σε επαρχιακές πόλεις της χώρας, τα οποία, με την παρουσία τους σε κομβικά πάντα σημεία των πόλεων, έπρεπε να εκπέμπουν κύρος, ασφάλεια και εμπιστοσύνη.

Όπως ανέφερε ο Διοικητής Αλ. Διομήδης απευθυνόμενος στη Γενική Συνέλευση των Μετόχων, η Τράπεζα όφειλε «να επεκτείνει την δράσιν της διά να εκπληρώση τον προορισμόν της», που ήταν «η συγκρότησις κατά το δυνατόν εις ομαλά επίπεδα της οικονομικής ζωής, η ανακοπή κάθε αδικαιολογήτου υψώσεως του τόκου, να φέρη δε πέραν του κέντρου την αγαθήν επί της πίστεως επίδρασιν της ρυθμιστικής της λειτουργίας».

Τα κτίρια της Τράπεζας ανεγείρονταν, κατά κανόνα, σε περίοπτες και κεντρικές θέσεις στις πόλεις της επαρχίας. Επιπλέον, κατασκευάζονταν σύμφωνα με τους κανόνες μιας ιδιαίτερα προσεγμένης, αναλυτικής και εμπεριστατωμένης συγγραφής υποχρεώσεων, που κάλυπτε μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια όλες τις πτυχές του έργου, από τη χάραξη επί του εδάφους μέχρι τους ελαιοχρωματισμούς και τις διακοσμίσεις, πάντοτε υπό τον αυστηρό έλεγχο των έμπειρων μηχανικών της Τεχνικής Υπηρεσίας.

Υποκατάστημα Αλεξανδρούπολης

Το Υποκατάστημα Αλεξανδρούπολης στεγαζόταν επί σειρά ετών σε μισθωμένο κτίριο, προτού μεταφερθεί στο ιδιόκτητο κτίριο της Τράπεζας.
Το Υποκατάστημα Αλεξανδρούπολης στεγαζόταν επί σειρά ετών σε μισθωμένο κτίριο, προτού μεταφερθεί στο ιδιόκτητο κτίριο της Τράπεζας. Η μελέτη ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα Κων. Θεοδωράκη υπό την επίβλεψη του Νικ. Σαπουντζή της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας και η κατασκευή ολοκληρώθηκε το 2000.  Πρόκειται για ένα τριώροφο κυβόσχημο κτίριο με υπόγειο, με κλασικές αναφορές στη μορφολογία των όψεών του.

Υποκατάστημα Βόλου

Το κτίριο της Τράπεζας στο Βόλο θεμελιώθηκε το 1933 και εγκαινιάστηκε το 1935. Είναι ένα από τα ωραιότερα υποκαταστήματα της Τράπεζας και είναι το πρώτο που μελετάται και κτίζεται από την Τεχνική της Υπηρεσία, σε σχέδια των Μ. Κανάκη και Θ. Παπαντωνόπουλου.

Το κτίριο της Τράπεζας στο Βόλο θεμελιώθηκε το 1933 και εγκαινιάστηκε το 1935. Είναι ένα από τα ωραιότερα υποκαταστήματα της Τράπεζας και είναι το πρώτο που μελετάται και κτίζεται από την Τεχνική της Υπηρεσία, σε σχέδια των Μ. Κανάκη και Θ. Παπαντωνόπουλου. Η κλασικίζουσα μορφή που επιλέχθηκε στην πρόσοψη χαρακτήριζε την αρχιτεκτονική δημόσιων κτιρίων της εποχής του Μεσοπολέμου. 

Το υποκατάστημα βρίσκεται στην παραλιακή οδό και αποτελεί τοπόσημο για την πόλη, καθώς επιβάλλεται με την εντυπωσιακή και συμμετρική πρόσοψη. Το κτίριο κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο με απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη.

Υποκατάστημα Ηρακλείου

Το Υποκατάστημα Ηρακλείου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οικονομική ιστορία της Ελλάδος την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. 
Το Υποκατάστημα Ηρακλείου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οικονομική ιστορία της Ελλάδος την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί φυλάχθηκε ο χρυσός της Τράπεζας της Ελλάδος τους πρώτους μήνες του πολέμου κατά την επιχείρηση φυγάδευσής του. Το σημερινό κτίριο του υποκαταστήματος βρίσκεται στη θέση όπου επί πολλά χρόνια υπήρχε παλαιότερο, εκλεκτικιστικό οικοδόμημα, αρχικά οικία Γουναλάκη, η οποία είχε διαμορφωθεί κατάλληλα για να εξυπηρετεί τις αρχικές ανάγκες της Τράπεζας. Το 1968, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εξελισσόμενες ανάγκες, αποφασίστηκε η κατεδάφισή του και η ανέγερση νέου υποκαταστήματος, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Νικ. Σαπουντζή της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας. Σύγχρονο, από σκυρόδεμα, αλουμίνιο και γυαλί, το καινούργιο υποκατάστημα ανήκει στη νέα γενιά τραπεζικών κτιρίων και είναι από τα λίγα μοντέρνα κτίρια της Τράπεζας.

Υποκατάστημα Ιωαννίνων

Το Υποκατάστημα της Τράπεζας στα Ιωάννινα είναι κτίριο του 1960, το οποίο χαρακτηρίζεται από απέριττη κομψότητα. 

Το Υποκατάστημα της Τράπεζας στα Ιωάννινα είναι κτίριο του 1960, το οποίο χαρακτηρίζεται από απέριττη κομψότητα. Η μελέτη του εκπονήθηκε από την Τεχνική Υπηρεσία της Τράπεζας και συγκεκριμένα από τον αρχιτέκτονα Μ. Κανάκη. Το κτίριο προβάλλει μια σύγχρονη αρχιτεκτονική αντίληψη και είναι από τα πιο ενδιαφέροντα της περιόδου εκείνης. Εκφράζει με σαφήνεια την εποχή του, απομακρυνόμενο από κλασικά πρότυπα. Τυπολογικά το κτίριο ακολουθεί τις γενικές προδιαγραφές: αίθουσα συναλλαγών και γραφεία προσωπικού στο ισόγειο, χώροι υποστήριξης στο υπόγειο, κατοικία του υποδιευθυντή και του διευθυντή στον α΄ και β΄ όροφο αντίστοιχα. 

Οι όψεις του κτιρίου είναι επενδεδυμένες με λευκό μάρμαρο Διονύσου στο ισόγειο και τοπικό μπεζ Ιωαννίνων στους ορόφους, ενώ τα εξωτερικά επιχρίσματα είναι αρτιφισιέλ. Ο  εξωτερικός τοίχος δεξιά από την κεντρική είσοδο κοσμείται από μεγάλη ανάγλυφη σύνθεση του Πάρη Πρέκα με τίτλο «Πύρρος και Δωδώνη», διαστάσεων 8,67 x 4,16 μ.

Υποκατάστημα Καβάλας

Το συγκεκριμένο κτίριο, και το γειτονικό του ήταν καπναποθήκες πριν περιέλθουν στην κυριότητα της Τράπεζας.
Το συγκεκριμένο κτίριο, και το γειτονικό του ήταν καπναποθήκες πριν περιέλθουν στην κυριότητα της Τράπεζας. Μετά τις εκτεταμένες μετατροπές στις οποίες προέβη προπολεμικά ο αρχιτέκτονας Κ. Παπαδάκης της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας και την κατεδάφιση της μιας καπναποθήκης και κυρίως μετά την επέκταση και τον ανασχεδιασμό των όψεών του από τον Μ. Κανάκη το 1952, το κτίριο απέκτησε τη σημερινή μορφή του και το ύφος μοντέρνου κλασικισμού ανάλογο με αυτό των περισσότερων κτιρίων της Τράπεζας.

Υποκατάστημα Καλαμάτας

Το Υποκατάστημα της Τράπεζας στην Καλαμάτα στεγάστηκε σε κτίριο (οικία Καρέλλα) που αγοράστηκε επί της πλατείας Γεωργίου Β’. 

Το Υποκατάστημα της Τράπεζας στην Καλαμάτα στεγάστηκε σε κτίριο (οικία Καρέλλα) που αγοράστηκε επί της πλατείας Γεωργίου Β’.  Το 1979-80 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων.

Το 1986 υπέστη εκτεταμένες ζημιές από το σεισμό και στη συνέχεια αναστηλώθηκε στη σημερινή του μορφή, αποτελώντας χαρακτηριστικό τοπόσημο της πόλης.

Υποκατάστημα Κομοτηνής

Το Υποκατάστημα της Τράπεζας στην Κομοτηνή στεγάζεται σε οικόπεδο που αγοράστηκε το 1957 σε κεντρικό σημείο της πόλης και ανήκει στη σειρά των υποκαταστημάτων που αναγέρθηκαν μετά το 1960, σε ύφος που είχε επηρεαστεί από νέα αρχιτεκτονικά ρεύματα.
Το Υποκατάστημα της Τράπεζας στην Κομοτηνή στεγάζεται σε οικόπεδο που αγοράστηκε το 1957 σε κεντρικό σημείο της πόλης και ανήκει στη σειρά των υποκαταστημάτων που αναγέρθηκαν μετά το 1960, σε ύφος που είχε επηρεαστεί από νέα αρχιτεκτονικά ρεύματα. Η μελέτη έγινε από τον αρχιτέκτονα Μ. Κανάκη της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας. Το κτίριο είναι και αυτό κυβόσχημο, με στοιχεία στη μορφολογία της κεντρικής όψης που παραπέμπουν σε κλασικό ρυθμό. Πρόκειται για ένα «σύγχρονο καλλιμάρμαρο κτίριο» (σύμφωνα με άρθρο της εποχής, στην εφημερίδα Πρωία της Κομοτηνής), που αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο.

Υποκατάστημα Λαμίας

Στο κέντρο της Λαµίας, σε πέρασµα κοµβικό που συνέδεε την αρχαία αγορά µε τμήμα του οχυρωµατικού περιβόλου της αρχαίας πόλης της Λαµίας και στη σημερινή τοποθεσία της πλατείας Αθ. Διάκου, βρίσκεται το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος.

Στο κέντρο της Λαµίας, σε πέρασµα κοµβικό που συνέδεε την αρχαία αγορά µε τμήμα του οχυρωµατικού περιβόλου της αρχαίας πόλης της Λαµίας και στη σημερινή τοποθεσία της πλατείας Αθ. Διάκου, βρίσκεται το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ανέγερση του κτιρίου έγινε το 1927, όμως η Τράπεζα το απέκτησε το 1940 και το χρησιμοποιεί για 40 χρόνια ως Υποκατάστηµα. Ο μεγάλος σεισµός στις Αλκυονίδες νήσους (1981) του προξένησε σηµαντικές βλάβες µε αποτέλεσµα την εκκένωση και ερείπωσή του. Το 1985 χαρακτηρίζεται από την Εφορεία Νεωτέρων Μνηµείων ιστορικό, διατηρητέο µνηµείο, «αξιόλογο δείγμα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής σημαντικό για τη μελέτη της εξέλιξης της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και σημείο αναφοράς συνδεδεμένο με τη μνήμη των κατοίκων της Λαμίας», και από το 1996 και έπειτα δροµολογείται από την Τεχνική Υπηρεσία της Τράπεζας η αναπαλαίωση και αποκατάστασή του. 

Κατά τη διάρκεια των εργασιών του κτιρίου αποκαλύφθηκαν στους χώρους του υπογείου κατάλοιπα δηµόσιου οικοδοµήµατος, πιθανώς κρήνης των ύστερων κλασικών - πρώιµων ελληνιστικών χρόνων, καθώς και τµήµα του οχυρωµατικού περιβόλου της αρχαίας πόλης, και αποφασίστηκε η ένταξη και η προστασία των ευρηµάτων στο χώρο. Το 2003 το υποκατάστημα παραδόθηκε ξανά προς χρήση.

Υποκατάστημα Λάρισας

Η Λάρισα, η πολυπληθέστερη πόλη και καρδιά της Θεσσαλίας, φιλοξενεί το κτίριο του υποκαταστήματος (κατασκευής του 1940 από την Τεχνική Υπηρεσία ) της Τράπεζας, το οποίο εξετάζεται ως ξεχωριστή μορφολογική περίπτωση.

Η Λάρισα, η πολυπληθέστερη πόλη και καρδιά της Θεσσαλίας, φιλοξενεί το κτίριο του υποκαταστήματος (κατασκευής του 1940 από την Τεχνική Υπηρεσία ) της Τράπεζας, το οποίο εξετάζεται ως ξεχωριστή μορφολογική περίπτωση.

Η θύρα εισόδου με τον ημικυκλικό φεγγίτη στο ανώφλιο και την τονισμένη κλείδα, οι οριζόντιοι παράλληλοι αρμοί που διατρέχουν την πρόσοψη και ο πολυγωνικός χειρισμός της κάτοψης παραπέμπουν σε κτίρια μιας διαφορετικής μορφολογίας σε σχέση με τα υπόλοιπα υποκαταστήματα, ανασύροντας μνήμες από δημόσια κτίρια των θεσσαλικών πόλεων προγενέστερων εποχών. Κατά τα άλλα, το κτίριο του Υποκαταστήματος Λάρισας διαμορφώνεται σε ένα ύφος που δεν ακολουθεί το μοντέρνο κίνημα, αλλά ούτε και τις κλασικίζουσες μορφές τις οποίες συνήθως ακολουθούν όλα τα υποκαταστήματα της Τράπεζας της Ελλάδος που σχεδιάζονται τα μεσοπολεμικά και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Υποκατάστημα Μυτιλήνης

Το Υποκατάστημα στο νησί της Λέσβου - σε παραλληλία με εκείνο της Σάμου - αντικατέστησε το πρακτορείο που υπήρχε στο νησί από το 1929. 

Το Υποκατάστημα στο νησί της Λέσβου - σε παραλληλία με εκείνο της Σάμου - αντικατέστησε το πρακτορείο που υπήρχε στο νησί από το 1929. Η ύπαρξή του είχε στόχο τη στήριξη των οικονομικών δραστηριοτήτων της παραμεθορίου περιοχής και για το σκοπό αυτό επιλέχθηκε προνομιακό οικόπεδο στην προκυμαία. Ενδεικτική της σημασίας που είχε η ίδρυση του υποκαταστήματος για την περιοχή ήταν η ενθουσιώδης υποδοχή του από την τοπική κοινωνία και τον τύπο. Εγκαινιάστηκε το 1949 από τον Διοικητή της Τράπεζας Γ. Μαντζαβίνο. 

Το κτίριο σχεδιάστηκε πιθανότατα από τους αρχιτέκτονες Κ. Παπαδάκη και Μ. Κανάκη της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας, ακολουθώντας τις επιταγές του μοντέρνου κλασικισμού του μεσοπολέμου, που περιλάμβανε νεοκλασικά στοιχεία. Ο εμπνευσμένος από το αρχαίο ελληνικό πνεύμα ρυθμός είναι εμφανής. 

Το συγκεκριμένο, όπως εξάλλου τα περισσότερα κτίρια υποκαταστημάτων της Τράπεζας, αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς και συγκαταλέγεται στα κτίρια-σύμβολα της πόλης που αντικρίζει κανείς μπαίνοντας με το πλοίο στο λιμάνι.

Στο ισόγειο βρίσκεται η αίθουσα συναλλαγών και οι λοιπές υπηρεσίες, στον ημιώροφο ο μικρός και ο μεγάλος ξενώνας και στον επάνω όροφο η κατοικία του διευθυντή με χωριστή είσοδο.

Υποκατάστημα Πάτρας

Το νέο κτίριο του Υποκαταστήματος της Τράπεζας στην Πάτρα κατασκευάστηκε σε κεντρικό σημείο της πόλης, σε οικόπεδο επί των οδών Αγ. Ανδρέα και Κολοκοτρώνη, το οποίο αγοράστηκε το 1970. 

Το νέο κτίριο του Υποκαταστήματος της Τράπεζας στην Πάτρα κατασκευάστηκε σε κεντρικό σημείο της πόλης, σε οικόπεδο επί των οδών Αγ. Ανδρέα και Κολοκοτρώνη, το οποίο αγοράστηκε το 1970. Το 1979 εκδόθηκε άδεια οικοδομής, με αρχιτέκτονες τους Εμμ. Δαλακλή και Ν. Σαπουντζή της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας και σύμβουλο αρχιτέκτονα τον Μ. Βουρέκα, ενώ αργότερα στην ομάδα προστέθηκε ο καθηγητής Κ. Μωραΐτης. 

Το νέο υποκατάστημα λειτουργεί από το 2001. Το κτίριο του είναι από τα μεγαλύτερα υποκαταστήματα της Τράπεζας, με συνολική στεγασμένη επιφάνεια 4.630 τ.μ., και ανήκει στη νέα γενιά κτιρίων της που υλοποιήθηκαν σε μοντέρνα σχεδίαση, είναι δηλαδή «ένα κτίριο που ακολουθεί με συνέπεια τις αρχιτεκτονικές επιταγές της εποχής του». Είναι εξαώροφο, με στοά στο ισόγειο. Οι όψεις του καλύπτονται με υαλοπετάσματα, αλλά η διάρθρωσή τους χαρακτηρίζεται από έναν - έντονο και ενδεικτικό της εποχής μελέτης - κατακόρυφο και οριζόντιο κάναβο.

Υποκατάστημα Ρόδου

Το Υποκατάστημα της Τράπεζας στη Ρόδο αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση.

Το Υποκατάστημα της Τράπεζας στη Ρόδο αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Βρίσκεται στο Μανδράκι, σε κεντρικότατο σημείο της πόλης, δίπλα σε εξίσου επιβλητικά κτίρια της ίδιας περίπου εποχής, έξω από τα τείχη της μεσαιωνικής πόλης και υπό το βλέμμα του Παλατιού του Μεγάλου Μαγίστρου, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας του νησιού. 

Το κτίριο, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1930, κατασκευάστηκε την εποχή της ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα προκειμένου να στεγάσει το υποκατάστημα της Banca d’Italia στο νησί. Μετά την απελευθέρωση, το κτίριο μεταβιβάστηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και το 1952 περιήλθε επισήμως στην κυριότητα της Τράπεζας.

Τα σχέδια της μελέτης είναι ανυπόγραφα και έχουν καταρτιστεί στη Ρώμη, όμως οι 11 διαφορετικές σχεδιαστικές προτάσεις που σώζονται στα αρχεία της Τράπεζας μαρτυρούν την ιδιαίτερη προσοχή που κατέβαλε ο Ιταλός αρχιτέκτονας ώστε να εντάξει το κτίριο στην αρχιτεκτονική της Ρόδου των ιπποτών. 

Δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στην πλούσια εσωτερική διακόσμηση, που παραπέμπει άμεσα στο μεσαιωνικό παρελθόν του νησιού, ενώ το μεγάλο υαλόφρακτο στο κέντρο της κεντρικής αίθουσας συναλλαγών, τα μαρμάρινα δάπεδα, τα ξύλινα γκισέ, η επίπλωση και τα φωτιστικά, επιχειρούν - και πετυχαίνουν - να ενώσουν το χθες με το σήμερα. Όλοι οι χώροι, οι τοιχογραφίες, οι οροφογραφίες, τα βιτρώ, τα ξύλινα έπιπλα και τα γκισέ είναι δουλεμένα με προσοχή και λεπτομέρεια. 
Εσωτερικά, η διαρρύθμιση των χώρων ακολουθεί την ίδια τυπολογία με τα σύγχρονά του κτίρια, την οποία υιοθέτησαν και τα μεταγενέστερα ελληνικά τραπεζικά καταστήματα, δηλ. χώροι για θησαυροφυλάκια, αρχείο, βοηθητικοί χώροι στο υπόγειο, αίθουσα συναλλαγών, γραφείο διευθυντή και άλλα γραφεία στο ισόγειο, και κατοικία διευθυντή στον πρώτο όροφο με ανεξάρτητη είσοδο.

Το Υποκατάστημα της Ρόδου αποτελεί στοιχείο θαυμασμού και σημείο αναφοράς για την πόλη αλλά και το νησί της Ρόδου. Οι όποιες φθορές που υπέστη το κτίριο στη διάρκεια του χρόνου αποκαταστάθηκαν άψογα από την Τεχνική Υπηρεσία και την Υπηρεσία Συντήρησης Έργων Τέχνης της Τράπεζας.

Υποκατάστημα Σάμου

Αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1945) αποπερατώθηκε  το Υποκατάστημα της Τράπεζας στη Σάμο, σε αντικατάσταση του πρακτορείου που λειτουργούσε από το 1929, όπως συνέβη και με το αδελφό Υποκατάστημα της Μυτιλήνης.

Αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1945) αποπερατώθηκε  το Υποκατάστημα της Τράπεζας στη Σάμο, σε αντικατάσταση του πρακτορείου που λειτουργούσε από το 1929, όπως συνέβη και με το αδελφό Υποκατάστημα της Μυτιλήνης. Η δημιουργία του συνέβαλε στη στήριξη των οικονομικών δραστηριοτήτων της παραμεθορίου περιοχής. Για τη θέση του Υποκαταστήματος της Σάμου επιλέχθηκε περίοπτο οικόπεδο, επίσης στην προκυμαία.

Το κτίριο μελετήθηκε την περίοδο 1937-39 από τους αρχιτέκτονες της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας, ακολουθώντας τις επιταγές του μοντέρνου κλασικισμού του μεσοπολέμου, στυλ που περιλάμβανε νεοκλασικά στοιχεία. Είναι διώροφο, με πατάρι, με την αίθουσα συναλλαγών να βρίσκεται στο ισόγειο και την κατοικία του διευθυντή στον όροφο. Η είσοδος εδώ τοποθετήθηκε εκτός άξονα για την καλύτερη οργάνωση της κάτοψης.

Υποκατάστημα Σερρών

Η αλματώδης αύξηση της καπνοπαραγωγής μετά το 1922 επέβαλε την ίδρυση υποκαταστημάτων τραπεζών στα σημαντικά τότε καπνοπαραγωγικά κέντρα της Ανατολικής και Κεντρικής Μακεδονίας. 

Η αλματώδης αύξηση της καπνοπαραγωγής μετά το 1922 επέβαλε την ίδρυση υποκαταστημάτων τραπεζών στα σημαντικά τότε καπνοπαραγωγικά κέντρα της Ανατολικής και Κεντρικής Μακεδονίας.

Το 1937 η Τράπεζα αγόρασε κεντρικότατο οικόπεδο στην πόλη των Σερρών με σκοπό την ανέγερση υποκαταστήματος, ωστόσο η κατασκευή του κτιρίου ξεκίνησε το 1952 και ολοκληρώθηκε το 1954. Με τη μελέτη του κτιρίου ασχολήθηκε ο αρχιτέκτονας Ν. Ζουμπουλίδης, σύμβουλος της Τεχνικής Υπηρεσίας, ωστόσο με την όλη διαδικασία της ανέγερσης του υποκαταστήματος συνδέονται και τα ονόματα των Κ. Παπαδάκη, Δ. Φιλιππάκη-Καραντινού και Μ. Κανάκη, αρχιτεκτόνων μηχανικών της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας της Ελλάδος. 

Τόσο μορφολογικά όσο και τυπολογικά, το κτίριο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής των πρώτων μεταπολεμικών κτιρίων των υποκαταστημάτων της Τράπεζας στις ελληνικές επαρχιακές πόλεις. Πρόκειται για ένα διώροφο κυβόσχημο κτίριο με δώμα και υπόγειο. Στο ισόγειο βρίσκεται η αίθουσα συναλλαγών και τα γραφεία και στον όροφο η κατοικία του διευθυντή και ένας ξενώνας. Η κεντρική όψη του χαρακτηρίζεται από έντονη συμμετρία, καθώς και από μια ακαδημαϊκή νεοκλασικίζουσα μορφολογία στη διάρθρωσή της. 

Το 1997 το κτίριο χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο. 

Υποκατάστημα Τρίπολης

Το κτίριο μελετήθηκε την περίοδο 1939-40 από τους αρχιτέκτονες Κ. Παπαδάκη και Δ.Φιλιππάκη-Καραντινό
Το κτίριο μελετήθηκε την περίοδο 1939-40 από τους αρχιτέκτονες Κ. Παπαδάκη και Δ.Φιλιππάκη-Καραντινό της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας και ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, τις τυπικές μορφολογικές προδιαγραφές και τη συμμετρία ως προς τον άξονα της κύριας όψης.

Υποκατάστημα Χανίων

Το κτίριο του Υποκαταστήματος Χανίων της Τράπεζας βρίσκεται απέναντι από τη Δημοτική Αγορά, επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου, ενός από τους σημαντικότερους οδικούς και εμπορικούς άξονες της πόλης. 

Το κτίριο του Υποκαταστήματος Χανίων της Τράπεζας βρίσκεται απέναντι από τη Δημοτική Αγορά, επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου, ενός από τους σημαντικότερους οδικούς και εμπορικούς άξονες της πόλης. Σχεδιασμένο και κατασκευασμένο την χρονική περίοδο 1951-1954 από το δυναμικό της Τεχνικής Υπηρεσίας, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα, τόσο μορφολογικά όσο και τυπολογικά, της αρχιτεκτονικής των πρώτων μεταπολεμικών κτιρίων υποκαταστημάτων της Τράπεζας στις ελληνικές επαρχιακές πόλεις, καθώς τα νέα κτίρια ακολουθούν ειδικές προδιαγραφές ασφαλείας.

Με δεδομένο ότι στα χρόνια της Κατοχής, χρειάστηκε να μεταφερθεί στα Χανιά ο χρυσός από τα θησαυροφυλάκια της Αθήνας, ο οποίος εν συνεχεία ταξίδεψε στο Γιοχάνεσμπουργκ και κατόπιν στην Αγγλία (προτού επιστρέψει στην Ελλάδα), συμπεραίνουμε ότι η Τράπεζα ήθελε να στεγάζει τα υποκαταστήματά της σε κτίρια που θα εμπνέουν ασφάλεια και εμπιστοσύνη, οπότε και τα ενισχύει σημαντικά.

Το συγκεκριμένο κτίριο μελετήθηκε από την Τεχνική Υπηρεσία της Τράπεζας (αρχιτέκτονες Κ. Παπαδάκης και Δ. Φιλιππάκης-Καραντινός). Είναι διώροφο, κυβόσχημο, με μαρμάρινο προστύλιο δωρικού ρυθμού και με διαρθρωτικά χαρακτηριστικά νεοκλασικίζουσας μορφολογίας, όπως και χαρακτηριστικά αυστηρής συμμετρικής σύνθεσης στην οργάνωση της κάτοψης του ισογείου, όπου και η διπλού ύψους αίθουσα συναλλαγών. 

 Content Editor

    ΠΗΓΕΣ:

  • Καρδαμίτση-Αδάμη, Μ. (2011), Τράπεζα της Ελλάδος. Τα κτίρια, Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα.
  • https://www.archaiologia.gr
  • https://www.vtria.gr/el/portfolio/bank-of-greece/

Εικόνες

Υποκατάστημα Αλεξανδρούπολης/ Alexandroupolis Branch
Υποκατάστημα Βόλου/ Volos Branch
Υποκατάστημα Ηρακλείου/ Heraklion Branch
Υποκατάστημα Ηρακλείου/ Heraklion Branch
Υποκατάστημα Ιωαννίνων/ Ioannina Branch
Υποκατάστημα Ιωαννίνων/ Ioannina Branch
Υποκατάστημα Καβάλας/ Kavala Branch
Υποκατάστημα Καλαμάτας/ Kalamata Branch
Υποκατάστημα Καλαμάτας/ Kalamata Branch
Υποκατάστημα Κομοτηνής/ Komotini Branch
Υποκατάστημα Λαμίας/ Lamia Branch
Υποκατάστημα Λαμίας/ Lamia Branch
Υποκατάστημα Λαμίας/ Lamia Branch
Υποκατάστημα Λάρισας/ Larisa Branch
Υποκατάστημα Μυτιλήνης/ Mytilini Branch
Υποκατάστημα Πάτρας/ Patras Branch
Υποκατάστημα Πάτρας/ Patras Branch
Υποκατάστημα Ρόδου/ Rhodes Branch
Υποκατάστημα Ρόδου/ Rhodes Branch
Υποκατάστημα Σάμου/ Samos Branch
Υποκατάστημα Σερρών/ Serres Branch
Υποκατάστημα Τρίπολης/ Tripolis Branch
Υποκατάστημα Χανίων/ Chania Branch
Υποκατάστημα Χανίων/ Chania Branch
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι