Οι τραπεζικές καταθέσεις αποτελούν τον πιο συνηθισμένο τρόπο αποταμίευσης. Τα χρήματα φυλάσσονται με ασφάλεια και, ενδέχεται, να αποδίδουν έναν μικρό τόκο (δηλαδή επιπλέον χρήματα ως «ανταμοιβή» για την κατάθεση των χρημάτων στην τράπεζα). Διακρίνουμε τρία είδη τραπεζικών καταθέσεων:
α) Ο λογαριασμός όψεως επιτρέπει καθημερινές συναλλαγές με τη χρήση επιταγών ή κάρτας και για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται κυρίως από επιχειρήσεις και επαγγελματίες.
β) Ο λογαριασμός ταμιευτηρίου χρησιμοποιείται για αποταμίευση και επιτρέπει στον πελάτη (συνήθως νοικοκυριά) την κατάθεση και ανάληψη χρημάτων οποιαδήποτε στιγμή, και αποδίδει τόκο πάνω στο υπόλοιπο του λογαριασμού.
γ) Ο προθεσμιακός λογαριασμός προσφέρει υψηλότερο επιτόκιο καθώς τα χρήματα δεσμεύονται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μειώνοντας έτσι τη ρευστότητα. Η ανάληψη χρημάτων νωρίτερα από τη λήξη μπορεί να έχει κόστος, όπως απώλεια μέρους των τόκων.
Οι τραπεζικές καταθέσεις θεωρούνται γενικά προϊόντα χαμηλού κινδύνου, αλλά προσφέρουν συνήθως χαμηλότερη απόδοση σε σύγκριση με άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα.
Μια άλλη επιλογή είναι η τοποθέτηση των χρημάτων μας σε επενδυτικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα, με σκοπό να αποφέρουν κέρδη μελλοντικά. Τα προϊόντα αυτά προσφέρουν συνήθως υψηλότερη πιθανή απόδοση από τις καταθέσεις, αλλά συνοδεύονται και από μεγαλύτερο κίνδυνο. Τα σημαντικότερα είναι:
- Τα ομόλογα είναι τίτλοι, με τους οποίους ο επενδυτής δανείζει χρήματα στον εκδότη τους, είτε στο κράτος (κρατικά ομόλογα) είτε σε επιχειρήσεις και τράπεζες (εταιρικά ομόλογα). Σε αντάλλαγμα, ο εκδότης επιστρέφει το κεφάλαιο στη λήξη του ομολόγου και καταβάλλει τακτικά τόκους, που ονομάζονται «κουπόνια». Η απόδοση ενός ομολόγου προέρχεται κυρίως από τους τόκους (κουπόνια) που λαμβάνει ο επενδυτής ενώ ο κίνδυνος ενός ομολόγου σχετίζεται κυρίως με την πιθανότητα ο εκδότης να μην μπορέσει να πληρώσει τους τόκους ή να επιστρέψει το κεφάλαιο.
- Τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου είναι βραχυπρόθεσμοι τίτλοι οι οποίοι εκδίδονται από το κράτος. Όπως τα ομόλογα, αποτελούν τρόπο δανεισμού του κράτους, αλλά η διάρκεια τους είναι μικρότερη από αυτή των ομολόγων (συνήθως 3, 6 ή 12 μήνες) και δεν καταβάλλουν τόκους. Η απόδοσή τους είναι η διαφορά μεταξύ της τιμής στην οποία αγοράζονται (χαμηλότερα από την ονομαστική τους αξία) και της ονομαστικής τους αξίας. Θεωρούνται επενδυτικό προϊόν χαμηλού κινδύνου.
- Οι μετοχές είναι τίτλοι οι οποίοι εκδίδονται από τις επιχειρήσεις και αντιπροσωπεύουν ένα μικρό κομμάτι ιδιοκτησίας της επιχείρησης. Η απόδοση από μια μετοχή προκύπτει από το ενδεχόμενο κεφαλαιακό κέρδος αν η τιμή της μετοχής αυξηθεί και πωληθεί πιο ακριβά από την τιμή αγοράς (π.χ. στο χρηματιστήριο), και από τα μερίσματα, που είναι το μέρος των κερδών που η εταιρεία μοιράζει στους μετόχους. Οι μετοχές έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τα ομόλογα καθώς η αξία των μετοχών συνδέεται άμεσα με την πορεία της επιχείρησης.
- Τα αμοιβαία κεφάλαια θεωρούνται έμμεσες συλλογικές επενδύσεις, καθώς συγκεντρώνουν τις αποταμιεύσεις πολλών ατόμων και επενδύουν το κεφάλαιο που συγκεντρώνουν σε διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα (μετοχές, ομόλογα, ή και συνδυασμούς αυτών). Οι επενδυτές δεν κατέχουν άμεσα τις μετοχές/ομόλογα, αλλά μερίδια του αμοιβαίου. Με το αμοιβαίο κεφάλαιο, πραγματοποιείται εμμέσως διαφοροποίηση, δηλαδή κατανομή των χρημάτων σε διαφορετικές επενδύσεις.
Υπάρχουν και άλλες μορφές επενδύσεων όπως τα ακίνητα, ο χρυσός, τα έργα τέχνης κλπ., τα οποία έχουν διαφορετικούς βαθμούς κινδύνου και απόδοσης.