EN

Μη συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής του ευρωσυστήματος

Το Ευρωσύστημα έχει λάβει ποικίλα μη συμβατικά μέτρα, που συμπληρώνουν το τακτικό λειτουργικό πλαίσιο.

Πριν από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, το Ευρωσύστημα χορηγούσε στις τράπεζες ένα προκαθορισμένο ποσό ρευστότητας ανά τακτά χρονικά διαστήματα μέσω των πράξεων ανοικτής αγοράς, έναντι επαρκούς ενεχύρου που παρείχαν οι τράπεζες προκειμένου να εγγυηθούν ότι τα χρηματικά κεφάλαια θα επιστραφούν. Οι τράπεζες επίσης δανείζονταν κεφάλαια μεταξύ τους στη διατραπεζική αγορά, για να καλύψουν τις ανάγκες ρευστότητάς τους.

Λόγω της αναταραχής στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων που προκλήθηκε από τη χρηματοπιστωτική κρίση, ήδη από τις αρχές Αυγούστου του 2007 οι τράπεζες αντιμετώπισαν  έλλειψη ρευστότητας και στη ζώνη του ευρώ. Επίσης παρουσιάστηκαν δυσλειτουργίες στις αγορές χρήματος. Έτσι, το Ευρωσύστημα αποφάσισε να εφαρμόσει ποικίλα μη συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής, όπως περιγράφονται πιο κάτω, τα οποία ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις που εμφανίσθηκαν στις τρεις φάσεις της κρίσης.

Κατά την πρώτη φάση της κρίσης, σε συνθήκες έλλειψης ρευστότητας και δυσλειτουργίας των αγορών χρήματος, πολλά πιστωτικά ιδρύματα άρχισαν να αντιμετωπίζουν  με μεγάλη επιφύλαξη την παροχή διατραπεζικών δανείων, θεωρώντας αυξημένο τον κίνδυνο να αθετήσει ο αντισυµβαλλόµενος σε µια συναλλαγή τις υποχρεώσεις του. Έτσι, πρωταρχικός στόχος των μη συμβατικών μέτρων του Ευρωσυστήματος ήταν η παροχή ρευστότητας στις τράπεζες και η αποκατάσταση της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Στην πρώτη φάση της κρίσης το Ευρωσύστημα αποφάσισε:

  • τη διενέργεια πράξεων ανοικτής αγοράς με τη διαδικασία των δημοπρασιών σταθερού επιτοκίου και με απεριόριστη χορήγηση ρευστότητας (από τον Οκτώβριο του 2008),
  • την επέκταση της διάρκειας των πράξεων ανοικτής αγοράς (μέσω διεξαγωγής πράξεων πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης διάρκειας έξι μηνών και τριών πράξεων διάρκειας ενός έτους) και τη διενέργεια συμπληρωματικών πράξεων ανοικτής αγοράς διάρκειας τριών μηνών,
  • τη διεύρυνση των κατηγοριών των αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ενέχυρο στις πράξεις αναχρηματοδότησης.

Στη δεύτερη φάση της κρίσης, η οποία έλαβε τη μορφή κρίσης χρέους, τα μη συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση των δυσλειτουργιών που επικρατούσαν στις αγορές και στη μείωση των αποκλίσεων στις συνθήκες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών σε διάφορες χώρες της ζώνης του ευρώ.

Στη δεύτερη φάση της κρίσης το Ευρωσύστημα:

  • διενήργησε το Πρόγραμμα για τις Αγορές Τίτλων (Securities Markets Programme) και παρενέβη στη δευτερογενή αγορά, αγοράζοντας κρατικά ομόλογα ορισμένων χωρών (από το Μάιο του 2010 έως το Σεπτέμβριο του 2012),
  • προέβη σε αγορές αποδεκτών καλυμμένων ομολογιών στο πλαίσιο του προγράμματος Covered Bond Purchase Programme - CBPP1 (Ιούλιος 2009-Ιούνιος 2010) και CBPP2 (Νοέμβριος 2011- Οκτώβριος 2012),
  • πραγματοποίησε δύο συμπληρωματικές πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (Very Long Term Refinancing Operations - VLTROs) διάρκειας τριών ετών (από το Δεκέμβριο του 2011 έως το Φεβρουάριο του 2015),
  • ανακοίνωσε το Σεπτέμβριο του 2012 τις Οριστικές Νομισματικές Συναλλαγές (Outright Monetary Operations - OMT), με τις οποίες ήταν δυνατόν να πραγματοποιούνται αγορές κρατικών ομολόγων υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Το πρόγραμμα αυτό δεν χρειάστηκε να ενεργοποιηθεί.

Κατά την τρίτη φάση της κρίσης, τα μη συμβατικά μέτρα του Ευρωσυστήματος αφορούσαν την αντιμετώπιση του κινδύνου αποπληθωρισμού. Καθώς τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια ήταν ήδη κοντά στο μηδέν, τα μη συμβατικά μέτρα είχαν ως στόχο να επηρεάσουν τις συνθήκες χρηματοδότησης στη ζώνη του ευρώ.

Τα μέτρα αυτά κατά την τρίτη φάση της κρίσης περιλάμβαναν:

  • αρνητικό επιτόκιο στην πάγια διευκόλυνση αποδοχής καταθέσεων (από τον Ιούνιο του 2014),
  • στοχευμένες πράξεις πιο μακροχρόνιας αναχρηματοδότησης (Targeted Long Term Refinancing Operations - TLTROs) με σκοπό την ενίσχυση της χορήγησης τραπεζικών δανείων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η πρώτη σειρά πράξεων (TLTRO I) ανακοινώθηκε τον Ιούνιο του 2014, η δεύτερη (TLTRO II) το Μάρτιο του 2016 και η τρίτη (TLTRO ΙII) το Μάρτιο του 2019,
  • την παροχή ενδείξεων όσον αφορά την πιθανή κατεύθυνση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής στο μέλλον (forward guidance) από τον Ιούλιο του 2013,
  • το διευρυμένο πρόγραμμα αγοράς τίτλων (APP) .

Η εμφάνιση του κορωνοϊού (COVID-19) και η ταχεία εξάπλωσή του στις αρχές του 2020, λαμβάνοντας τη μορφή πανδημίας, αποτέλεσε μείζονα διαταραχή για τις προοπτικές ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας αυξάνοντας την αβεβαιότητα στις αγορές. Σε αυτήν τη φάση αποφασίστηκε από το Ευρωσύστημα η λήψη ολοκληρωμένης δέσμης μέτρων νομισματικής πολιτικής που σε συνδυασμό με τα υφιστάμενα μέτρα τόνωσης της οικονομίας (μέτρα τρίτης φάσης της κρίσης) θα στηρίξουν τη ρευστότητα των τραπεζών με σκοπό αυτές να προβούν σε νέο δανεισμό με βελτιωμένους όρους χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που έχουν πληγεί περισσότερο και έχουν αυξημένες ανάγκες σε κεφάλαια για την αντιμετώπιση της κρίσης που επήλθε λόγω της πανδημίας. Στην ενίσχυση της ρευστότητας του πιστωτικού συστήματος συνέβαλε δραστικά η ΕΚΤ τόσο με την παρατεταμένη διατήρηση χαμηλών επιτοκίων, την έναρξη νέων πράξεων αναχρηματοδότησης και τη διεύρυνση του αποδεκτού ενεχύρου, όσο και με τις εκτεταμένες αγορές στοιχείων ενεργητικού που θα οδηγήσουν σε αύξηση των καταναλωτικών δαπανών και των επενδύσεων.Τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας περιλάμβαναν:

Πιο συγκεκριμένα:

 

  • πρόσθετες πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (ΠΠΜΑ), με σκοπό την άμεση εξασφάλιση επαρκούς ρευστότητας προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα με ευνοϊκούς όρους, τις οποίες στη συνέχεια διαδέχθηκαν οι έκτακτες ΠΠΜΑ λόγω πανδημίας για τη διασφάλιση των ομαλών συνθηκών στην αγορά χρήματος κατά την περίοδο της πανδημίας,

     

  • την εφαρμογή σημαντικά ευνοϊκότερων όρων σε όλες τις στοχευμένες πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (ΣΠΠΜΑ ΙΙΙ) για την περίοδο Ιουνίου 2020 – Ιουνίου 2022, με σκοπό να στηρίξουν τις τραπεζικές χορηγήσεις προς όσους έχουν πληγεί περισσότερο από την εξάπλωση του κορωνοϊού, ιδίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις,

     

  • πρόσθετες καθαρές αγορές στοιχείων ενεργητικού συνολικού ύψους €120 δισεκ. μέχρι το τέλος του 2020, στο πλαίσιο του διευρυμένου προγράμματος αγοράς τίτλων, ενώ παράλληλα συνεχίζεται η διενέργεια καθαρών αγορών στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος με ύψος €20 δισεκ. μηνιαίως, για την τόνωση της οικονομίας,

     

  • την έναρξη έκτακτου προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας (Pandemic Emergency Purchase Programme – PEPP) αντίστοιχων του διευρυμένου προγράμματος αγορών, συνολικού ύψους €1.850 εκατ. έως τον Μάρτιο 2022 τουλάχιστον. Σκοπός του νέου προγράμματος αγορών η αντιμετώπιση των κινδύνων που προκαλεί η έξαρση του κορωνοϊού για τον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής και κατά συνέπεια η τόνωση της οικονομίας με την αύξηση των καταναλωτικών δαπανών και των επενδύσεων. Στο νέο πρόγραμμα PEPP περιλαμβάνονται αγορές των τίτλων που εκδίδονται από την Ελληνική Κυβέρνηση,

     

  • την υιοθέτηση δέσμης μέτρων που καθιστούν χαλαρότερη την παροχή εξασφαλίσεων ώστε οι αντισυμβαλλόμενοι να αξιοποιούν πλήρως τη χρηματοδοτική στήριξη του Ευρωσυστήματος,

     

  • την ενεργοποίηση και ενίσχυση των υφιστάμενων συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων με κεντρικές τράπεζες σε όλον τον κόσμο για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

 

Το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού για την αντιμετώπιση της πανδημίας

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι στον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και οι έντονες διαταραχές στις προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας στη ζώνη του ευρώ λόγω εξάπλωσης του κορωνοϊού, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εισήγαγε εκτάκτως τον Μάρτιο 2020 νέο πρόγραμμα αγορών στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας - Pandemic Emergency Purchase Programme (PEPP). Το πρόγραμμα αυτό συμπληρώνει τα προγράμματα αγοράς στοιχείων ενεργητικού που έχουν εισαχθεί από το 2014.
Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι στον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και οι έντονες διαταραχές στις προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας στη ζώνη του ευρώ λόγω εξάπλωσης του κορωνοϊού, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εισήγαγε εκτάκτως τον Μάρτιο 2020 νέο πρόγραμμα αγορών στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας - Pandemic Emergency Purchase Programme (PEPP). Το πρόγραμμα αυτό συμπληρώνει τα προγράμματα αγοράς στοιχείων ενεργητικού που έχουν εισαχθεί από το 2014.
Στην έναρξή του, το νέο πρόγραμμα (PEPP) περιλάμβανε αγορές τίτλων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα συνολικού ύψους €750 δισεκ. Ωστόσο, η απότομη πτώση της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ λόγω των αναγκαίων μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης της πανδημίας, οδήγησαν το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ σε αύξηση του προγράμματος κατά €600 δισεκ. τον Ιούνιο και επιπλέον €500 δισεκ. τον Δεκέμβριο, δηλαδή συνολικό ύψος προγράμματος €1.850 δισεκ.. Η επέκταση του προγράμματος PEPP αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επωφεληθούν εξίσου όλοι οι τομείς της οικονομίας από τις ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης: νοικοκυριά, επιχειρήσεις, τράπεζες και κυβερνήσεις.
Όλες οι κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στο διευρυμένο πρόγραμμα αγορών (APP) είναι επιλέξιμες στο πλαίσιο αγορών του νέου προγράμματος (PEPP), ενώ για τις αγορές τίτλων του δημόσιου τομέα, επιλέξιμοι είναι και οι τίτλοι που εκδίδονται από την Ελληνική Κυβέρνηση. Επιπρόσθετα, επεκτείνεται η κατηγορία στοιχείων ενεργητικού του εταιρικού τομέα (Corporate Sector Purchase Programme - CSPP) με τη συμπερίληψη στις αγορές μη χρηματο-οικονομικών εμπορικών τίτλων (non-financial commercial paper) με επαρκή πιστοληπτική διαβάθμιση και εναπομένουσα διάρκεια τουλάχιστον 28 ημερών. Όλα τα είδη αγορών βοηθούν στην τόνωση της κατανάλωσης και των επενδύσεων, με σκοπό τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης.
Οι αγορές στο πλαίσιο του προγράμματος θα διενεργούνται με ευελιξία βάσει των συνθηκών της αγοράς, γεγονός που επιτρέπει διακυμάνσεις στην κατανομή των αγορών ως προς το χρόνο, τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων και τις χώρες. Η ευελιξία στις αγορές θα συμβάλλει στην ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία. Επίσης, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε ότι τα ποσά από την εξόφληση τίτλων αποκτηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος κατά τη λήξη τους θα επανεπενδύονται, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2023.

Διευρυμένο πρόγραμμα αγοράς τίτλων

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι μιας ιδιαίτερα παρατεταμένης περιόδου χαμηλού πληθωρισμού, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ενεργοποίησε το διευρυμένο πρόγραμμα αγοράς τίτλων.

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι μιας ιδιαίτερα παρατεταμένης περιόδου χαμηλού πληθωρισμού, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ενεργοποίησε το διευρυμένο πρόγραμμα αγοράς τίτλων.

Το εν λόγω πρόγραμμα περιλαμβάνει:

  • Το πρόγραμμα αγοράς τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση περιουσιακών στοιχείων (Asset-Backed Securities Purchase Programme - ABSPP). Οι αγορές στο πλαίσιο του ABSPP ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2014.
  • Το τρίτο πρόγραμμα αγοράς καλυμμένων ομολογιών (Covered Bond Purchase Programme - CBPP3). Οι αγορές στο πλαίσιο του CBPP3 ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 2014.
  • Το πρόγραμμα αγοράς τίτλων του δημόσιου τομέα, δηλαδή ομολόγων εκδοθέντων από κεντρικές κυβερνήσεις, ειδικούς φορείς-εκδότες χρεογράφων και ευρωπαϊκούς υπερεθνικούς οργανισμούς της ζώνης του ευρώ (Public Sector Purchase Programme - PSPP). Οι αγορές στο πλαίσιο του PSPP ξεκίνησαν το Μάρτιο του 2015.
  • Το πρόγραμμα αγοράς εταιρικών χρεογράφων (Corporate Sector Purchase Programme - CSPP). Οι αγορές στο πλαίσιο του CSPP ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2016.

Η απόφαση για το  διευρυμένο πρόγραμμα αγοράς τίτλων ελήφθη από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι περισσότεροι δείκτες πραγματικού και αναμενόμενου πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ είχαν κινηθεί προς τα ιστορικώς κατώτατα επίπεδά τους. Οι αγορές περιουσιακών στοιχείων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα παρέχουν χρηματοδότηση στην οικονομία σε μια περίοδο κατά την οποία βασικά επιτόκια της ΕΚΤ έχουν διαμορφωθεί στο κατώτερο όριό τους. Οδηγούν δε σε περαιτέρω χαλάρωση των νομισματικών και χρηματοπιστωτικών συνθηκών, μειώνοντας το κόστος πρόσβασης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην τραπεζική χρηματοδότηση. Το γεγονός αυτό τείνει να στηρίζει τις επενδύσεις και την κατανάλωση και, εντέλει, συμβάλλει στην επάνοδο του ρυθμού πληθωρισμού σε επίπεδο πλησίον του 2%.

Η Τράπεζα της Ελλάδος συμμετείχε στο τρίτο πρόγραμμα αγοράς καλυμμένων ομολογιών (CBPP3). Επίσης συμμετείχε στο PSPP με την αγορά ομολόγων αναπτυξιακών τραπεζών της ζώνης του ευρώ και υπερεθνικών οργανισμών (supranational securities).

Στο διάστημα μεταξύ 2015 και 2018 οι μηνιαίες καθαρές αγορές τίτλων στο πλαίσιο του Διευρυμένου Προγράμματος Αγοράς Τίτλων διαμορφώθηκαν ως εξής:

Πίνακας: Μηνιαίες καθαρές αγορές τίτλων του Ευρωσυστήματος στο πλαίσιο του διευρυμένου προγράμματος αγοράς τίτλων

Περίοδος Αξία μηνιαίων καθαρών αγορών (σε δισεκ. ευρώ)
Μάρτιος 2015 - Μάρτιος 2016 60
Απρίλιος 2016 - Μάρτιος 2017 80
Απρίλιος 2017 - Δεκέμβριος 2017 60
Ιανουάριος 2018 - Σεπτέμβριος 2018 30
Οκτώβριος 2018 - Δεκέμβριος 2018 15

Από τον Ιανουάριο του 2019, και για όσο χρόνο θεωρήσει απαραίτητο το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ για τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών ρευστότητας και ενός διευκολυντικού χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής, το Ευρωσύστημα ακολουθεί πολιτική επανεπένδυσης των ποσών που εισπράττονται από τα χρεόγραφα που λήγουν και είχαν αγοραστεί στο πλαίσιο του προγράμματος.

Τον Νοέμβριο του 2019 ξεκίνησε εκ νέου η διενέργεια καθαρών αγορών στο πλαίσιο του προγράμματος με ύψος 20 δισεκ. ευρώ μηνιαίως. Το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι οι εν λόγω αγορές θα διενεργούνται για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να ενισχυθεί η διευκολυντική επίδραση των επιτοκίων πολιτικής της ΕΚΤ και ότι θα λήξουν λίγο πριν αρχίσει να αυξάνει τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ.

Τον Μάρτιο του 2020, με την εμφάνιση του κορωνοϊού, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε πρόσθετες αγορές ύψους €120 δισεκ. μέχρι τέλος του 2020, στο πλαίσιο του διευρυμένου προγράμματος αγοράς τίτλων με σκοπό τη στήριξη της οικονομίας σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας

Δανεισμός ομολόγων στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς τίτλων

Τα ομόλογα που έχουν αποκτηθεί από τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος στo πλαίσιo του προγράμματος PSPP διατίθενται για δανεισμό σε αποκεντρωμένη βάση από τις 2 Απριλίου 2015.

Τα ομόλογα που έχουν αποκτηθεί από τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος στo πλαίσιo του προγράμματος PSPP διατίθενται για δανεισμό σε αποκεντρωμένη βάση από τις 2 Απριλίου 2015.

Επίσης διατίθενται για δανεισμό τα ομόλογα που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος SMP και πληρούν τα κριτήρια καταλληλότητας του PSPP.

Αρκετές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος διαθέτουν προς δανεισμό τα χρεόγραφα που έχουν αποκτήσει στο πλαίσιο των τριών προγραμμάτων αγορών καλυμμένων ομολόγων (CBPP, CBPP2 και CBPP3). Από τις 18 Ιουλίου 2016 τα χρεόγραφα που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο του CSPP έχουν επίσης διατεθεί προς δανεισμό από τις κεντρικές τράπεζες που έχουν πραγματοποιήσει τις σχετικές αγορές.

Επιπλέον, από 26 Μαρτίου 2020, διατίθεται για δανεισμό, από τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, τα ομόλογα που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος PEPP ( Pandemic Emergency Purchase Programm). 

Ο σκοπός του δανεισμού των ομολόγων είναι η υποστήριξη της ρευστότητας στην αγορά ομολόγων και repos προκειμένου να μη διαταράσσεται η κανονική δραστηριότητα της αγοράς λόγω του προγράμματος αγοράς τίτλων.

Η Τράπεζα της Ελλάδος διαθέτει για δανεισμό τα ομόλογα που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του PSPP,  του SMP και του PEPP και πληρούν τα κριτήρια καταλληλότητας του PSPP, μέσω των προγραμμάτων δανεισμού τίτλων της Euroclear Bank: α) Fails Μitigation Programme (Euroclear Automatic Securities Lending) και β) Agency Lending (GC Access).

Σε τι συμβάλλει το πρόγραμμα αγοράς τίτλων;

Η αποστολή που έχει ανατεθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ είναι να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών.

Η αποστολή που έχει ανατεθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ είναι να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών. Το πρόγραμμα αγοράς τίτλων συμβάλλει ώστε ο πληθωρισμός να επανέλθει σε επίπεδα συμβατά με τον στόχο της ΕΚΤ.

Βοηθά επίσης τις επιχειρήσεις στη ζώνη του ευρώ να έχουν καλύτερη πρόσβαση σε πιστώσεις, να προωθήσουν τις επενδύσεις, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και με αυτό τον τρόπο να ενισχύσουν τη γενικότερη ανάπτυξη της οικονομίας, που είναι προϋπόθεση προκειμένου ο πληθωρισμός να επανέλθει, και να σταθεροποιηθεί, σε επίπεδα κοντά στο 2%.

Το πρόγραμμα αγοράς τίτλων αποτελεί νομισματική χρηματοδότηση;

Το Ευρωσύστημα τηρεί αυστηρά την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης, καθώς δεν πραγματοποιεί αγορές στην πρωτογενή αγορά.

Το Ευρωσύστημα τηρεί αυστηρά την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης, καθώς δεν πραγματοποιεί αγορές στην πρωτογενή αγορά. Το Ευρωσύστημα αγοράζει ομόλογα μόνο αφού διαμορφωθεί η τιμή στην αγορά και έτσι δεν προκαλεί στρέβλωση στην τιμολόγηση του κινδύνου εκ μέρους της αγοράς.

Οι οριστικές αγορές εμπορεύσιμων χρεογράφων αναφέρονται ρητά ως μέσο νομισματικής πολιτικής (στο άρθρο 18.1 του Καταστατικού του ΕΣΚΤ). Σ' αυτές περιλαμβάνεται και η δυνατότητα αγοράς τίτλων όπως τα κρατικά ομόλογα, υπό την προϋπόθεση ότι αγοράζονται στη δευτερογενή αγορά από επενδυτές και όχι στην πρωτογενή αγορά, δηλαδή απευθείας από κράτη-μέλη.

Η ΕΚΤ είναι η μοναδική κεντρική τράπεζα που διενεργεί αγορές περιουσιακών στοιχείων;

Πολλές κεντρικές τράπεζες έχουν χρησιμοποιήσει τις αγορές περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής τους.

Πολλές κεντρικές τράπεζες έχουν χρησιμοποιήσει τις αγορές περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής τους. Η πρακτική αυτή, γνωστή και ως «ποσοτική χαλάρωση», έχει χρησιμοποιηθεί από τις κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιαπωνίας.

Οι αγορές αυτές είναι χρήσιμες όταν δεν είναι θεμιτή η περαιτέρω μείωση των επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας. Οι πράξεις αυτές βοηθούν τις κεντρικές τράπεζες να εκπληρώνουν την αποστολή τους, η οποία στην περίπτωση της ΕΚΤ είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, και με αυτό τον τρόπο να στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Το πρόγραμμα αγοράς τίτλων έχει σκοπό να στηρίξει συγκεκριμένες χώρες;

Το πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί ώστε να επαναφέρει τον πληθωρισμό και τις πληθωριστικές προσδοκίες
Το πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί ώστε να επαναφέρει τον πληθωρισμό και τις πληθωριστικές προσδοκίες σε επίπεδα πιο κοντά στον στόχο του Ευρωσυστήματος στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο. Δεν μειώνει το χρέος κάποιας συγκεκριμένης χώρας.

Πώς λειτουργεί το πρόγραμμα αγοράς τίτλων και πώς ωφελεί την οικονομία;

Οι αγορές στο πλαίσιο του προγράμματος επηρεάζουν τις γενικές συνθήκες χρηματοδότησης και, εν τέλει, την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό μέσω πρωτίστως δύο διαύλων: του διαύλου της άμεσης μετακύλισης και του διαύλου της αναδιάρθρωσης των χαρτοφυλακίων.

Οι αγορές στο πλαίσιο του προγράμματος επηρεάζουν τις γενικές συνθήκες χρηματοδότησης και, εν τέλει, την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό μέσω πρωτίστως δύο διαύλων: του διαύλου της άμεσης μετακύλισης και του διαύλου της αναδιάρθρωσης των χαρτοφυλακίων.

Δίαυλος άμεσης μετακύλισης (direct pass-through)

Όταν η κεντρική τράπεζα αγοράζει στοιχεία ενεργητικού του ιδιωτικού τομέα, όπως τιτλοποιημένες απαιτήσεις και καλυμμένα ομόλογα, που συνδέονται με τραπεζικά δάνεια σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην πραγματική οικονομία, η αυξημένη ζήτηση των εν λόγω στοιχείων ωθεί την τιμή τους προς τα πάνω.

Αυτό ενθαρρύνει τις τράπεζες να χορηγούν περισσότερα δάνεια, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιούν για να εκδίδουν και να πωλούν περισσότερες τιτλοποιημένες απαιτήσεις ή καλυμμένα ομόλογα.

Η αυξημένη προσφορά δανείων οδηγεί συνήθως σε μείωση των τραπεζικών επιτοκίων χορηγήσεων για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με αποτέλεσμα να βελτιώνονται οι συνθήκες χρηματοδότησης στην οικονομία.

Δίαυλος αναδιάρθρωσης χαρτοφυλακίων (portfolio rebalancing)

Το Ευρωσύστημα αγοράζει στοιχεία ενεργητικού του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα από αποδεκτούς αντισυμβαλλομένους που είναι κυρίως χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αυτοί έχουν την επιλογή να επενδύσουν σε άλλα στοιχεία τα κεφάλαια που λαμβάνουν έναντι των στοιχείων ενεργητικού που πωλούν στην κεντρική τράπεζα.

Αυξάνοντας τη ζήτηση στοιχείων ενεργητικού γενικότερα, αυτός ο μηχανισμός αναδιάρθρωσης χαρτοφυλακίων ωθεί τις τιμές προς τα πάνω και τις αποδόσεις προς τα κάτω, ακόμη και για στοιχεία τα οποία δεν εμπίπτουν στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους (του επιτοκίου της αγοράς) για τις εταιρείες που προσπαθούν να αντλήσουν χρηματοδότηση από τις αγορές κεφαλαίων. Ταυτόχρονα, η συμπίεση των αποδόσεων των τίτλων ενθαρρύνει τις τράπεζες να χορηγούν δάνεια σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η αυξημένη προσφορά τραπεζικών χορηγήσεων στην πραγματική οικονομία μειώνει συνήθως το κόστος δανεισμού για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Μειώνοντας το κόστος χρηματοδότησης, οι αγορές στοιχείων ενεργητικού μπορούν να τονώσουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση. Η αυξημένη ζήτηση τόσο από τις επιχειρήσεις όσο και από τους καταναλωτές τελικά συμβάλλει στην επαναφορά του πληθωρισμού κάτω αλλά κοντά στο 2% μεσοπρόθεσμα.

Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι